Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ ΜΙΣΘΩΝ

ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ ΜΙΣΘΩΝ
  ΑΜΕΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΟΜΑΔΙΚΩΝ ΑΓΩΓΩΝ
 ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ : 4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017Αφορά μόνο όσους δεν έχουν καταθέσει σχετική αγωγή το 2016 ή το 2017.

Διεκδίκηση των περικοπών μισθών και επιδομάτων λόγω των Μνημονιακών νόμων - 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

Αναφορικά με τη δικαστική διεκδίκηση των περικοπών μισθών και συντάξεων από την οριστική απώλεια των επιδομάτων και των δώρων λόγω των μνημονίων, οι μέχρι σήμερα νομολογιακές εξελίξεις και ο κίνδυνος της επικείμενης παραγραφής των απαιτήσεων, τεκμηριώνουν, ενθαρρύνουν και επιβάλλουν την άμεση κινητοποίηση του συνόλου των μισθωτών και συνταξιούχων του Δημοσίου και την άμεση κατάθεση αγωγών ενώπιον της Διοικητικής Δικαιοσύνης, με σκοπό την αναδρομική διεκδίκηση των περικοπών και την αμεσότερη και αποτελεσματικότερη είσπραξή τους.

Μολονότι οι αρχικά επιβληθείσες περικοπές και μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις του Δημοσίου, με τους Νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011, κρίθηκαν συνταγματικές και ανάλογες της δημοσιονομικής κρίσης που διάγει η ελληνική οικονομία, πλέον το Συμβούλιο της Επικρατείας, με δύο ιστορικής σημασίας δικαστικές αποφάσεις της Ολομέλειας, αναφορικά με υποθέσεις συνταξιούχων του Ελληνικού Δημοσίου, και συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 2287/2015 και 2288/2015, άνοιξε δυναμικά τον δρόμο, για την σταδιακή δικαίωση του συνόλου των συνταξιούχων και των μισθωτώντου ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν αυτού, ακολούθησε σταθερά, με την ίδια νομική συλλογιστική, το Ελεγκτικό Συνέδριο με πληθώρα γνωμοδοτήσεων στο ίδιο πνεύμα.

Οι ως άνω αποφάσεις του ΣτΕ και οι αντίστοιχες γνωμοδοτήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και το αιτιολογημένο και πρωτοποριακό σκεπτικό τους συνιστούν τη βάση της αναπτυσσόμενης και εξελισσόμενης σύγχρονης πλέον νομολογίας και ωθούν προοδευτικά και τα υπόλοιπα δικαστήρια της Χώρας σε αντίστοιχες αξιολογήσεις και στην διαμόρφωση κυρίαρχης νομικής άποψης. Χαρακτηριστική είναι η κομβική υπ’ αριθμ. 7/2016 δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, που απεφάνθη αιτιολογημένα ότι τόσο ο Ν. 4051/2012 (που μειώνει αναδρομικά κατά 12% τις κύριες συντάξεις άνω των 1.300 ευρώ και τις επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση ποσοστού από 10% - 20%) όσο και ο Ν. 4093/2012 (που επιβάλλει περικοπές και καταργεί ολοσχερώς τα επιδόματα άδειας, Χριστουγέννων και Πάσχα στους συνταξιούχους και τους εν ενεργεία υπαλλήλους του ευρύτερου Δημοσίου Τομέα) είναι ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΙ και ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ.

Ειδικότερα, με τις υπ’ αριθμ. 2287-2288/2015 αποφάσεις της, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εξετάζοντας κατ’ αρχήν υποθέσεις συνταξιούχων του Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε κατηγορηματικά ότι κατά την επιχειρηθείσα με τις ρυθμίσεις των Ν. 4051/2012 και Ν. 4093/2012, νέα (για πολλοστή φορά) περικοπή παροχών της ίδιας ομάδας πολιτών, ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει σε δυσμενείς οικονομικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς ειδική έρευνα, αλλ’ όφειλε προηγουμένως να προχωρήσει σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Για τους λόγους αυτούς, το ΣτΕ καταλήγει ότι τα επίμαχα μέτρα οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος και της αξιοπρεπούς εν γένει διαβίωσης των πληττόμενων συνταξιούχων και μισθωτών του Δημοσίου, η οποία απολαμβάνει, για κάθε πολίτη, συνταγματικής αλλά και υπερσυνταγματικής προστασίας, αντιστοίχως, τόσο στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Τις ανωτέρω θέσεις υιοθετούν εξελικτικά το Ελεγκτικό Συνέδριο και, όπως αναμένεται, ολοένα αυξανόμενος αριθμός ελληνικών δικαστηρίων ενώ συγχρόνως υποστηρίζει συστηματικά και η συντριπτική πλειοψηφία της επιστημονικής κοινότητας. Συγκεκριμένα, παγιώνεται πλέον όλο και πιο σταθερά η κρίση ότι για την θέσπιση περικοπών ή άλλων δυσμενών μέτρων σε βάρος των ελλήνων πολιτών δεν αρκεί η επίκληση αορίστως του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αντιμετώπιση του κινδύνου χρεωκοπίας της Χώρας (σχετ. μελέτη Κ. Χρυσόγονου – Α Καιδατζή, ΝοΒ 2012 τ. 60 σελ. 1682). Και τούτο διότι, σε περιπτώσεις παρατεταμένης κρίσης, η δυνατότητα του νομοθέτη να επιβάλλει περικοπές μισθών και συντάξεων, δεν πρέπει να παραβιάζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας. Επομένως η κατάργηση των δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων, καθώς και του επιδόματος αδείας, όπως έχει νομοθετηθεί σε συνέχεια αλλεπάλληλων περικοπών σε μισθούς και συντάξεις, με τους παραπάνω εφαρμοστικούς Νόμους των Μνημονίων, συνιστά επιβάρυνση εξόφθαλμα δυσανάλογη και για τον λόγο αυτό, αντισυνταγματική και ανεπίτρεπτη (βλ. μεταξύ άλλων ΟλΣτΕ 1972/2012 σκέψη 17). Έτσι, οι ρυθμίσεις αυτές αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 5  του Συντάγματος, καθ’ όσον κατ’ αποτέλεσμα προκύπτει ότι δεν πλήττουν στον ίδιο βαθμό τους υψηλόμισθους υπαλλήλους αφ’ ενός και τους χαμηλόβαθμους υπαλλήλους αφ’ ετέρου, με αποτέλεσμα, οι μεν υψηλόβαθμοι υπάλληλοι να εξακολουθούν να διατηρούν ένα ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, οι χαμηλόμισθοι, όμως, οι οποίοι αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, να οδηγούνται στην οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, καλούμενοι να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά προφανή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους. Τέλος, η κατάργηση των επιδομάτων και των δώρων σε μισθούς και συντάξεις του ελληνικού Δημοσίου  προσβάλει συγχρόνως το άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, για την προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία του δικαιώματος εργασίας καθώς και το αντιστοίχου περιεχομένου άρθρο 4 παρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Εξ’ άλλου, με τις ανωτέρω αποφάσεις, αλλά και με τις βαθμιαία αυξανόμενες σχετικές αποφάσεις των δικαστηρίων του Ε.Δ.Δ.Α. σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, γίνεται δεκτό ότι οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση περιστολής δαπανών ή επιβολής περικοπών στο ελληνικό Δημόσιο πρέπει να συναρτάται με τον προσδιορισμό ενός ελάχιστου ποσού αποδοχών, ικανού να διασφαλίσει αποτελεσματικά ένα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, για κάθε Έλληνα πολίτη, σύμφωνα και με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. 

Με βάση τις παραπάνω νομικές σκέψεις και εξελίξεις στην θεωρία και στη νομολογία, τόσο σε εθνικό και όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, καθημερινά κατατίθενται στα Διοικητικά Πρωτοδικεία της Χώρας δεκάδες ομαδικές και ατομικές αγωγές για την δικαστική διεκδίκηση των καταργηθέντων Δώρων και Επιδομάτων, από συνταξιούχους και μισθωτούς - εν ενεργεία υπαλλήλους του Δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα. Τούτο δε δοθέντος ότι οι παραπάνω νομικές αξιολογήσεις, σε επίπεδο συνταγματικών και υπερσυνταγματικών θεσμικών πλαισίων, δεν αφορούν μόνον στους συνταξιούχους του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά, για την ταυτότητα του νομικού και πραγματικού λόγου, τυγχάνουν και χρήζουν ανάλογης ερμηνείας και εφαρμογής για όλες τις τάξεις των μισθωτών στο ελληνικό Δημόσιο, οι οποίοι, με τις καταιγιστικές νομοθετικές εξελίξεις, επωμίζονται αποκλειστικά το βάρος της τρέχουσας δημοσιονομικής κρίσης.

Επομένως, σύμφωνα με την εδραία επιστημονική μας κρίση, με βάση τα προαναφερόμενα και σε συνδυασμό με τον κίνδυνο της επικείμενης παραγραφής των επίμαχων απαιτήσεών σας (2 έτη από την γέννηση κάθε απαίτησης, με βάση το άρθρο 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014), καθίσταται απαραίτητη και αδήριτα επιτακτική η άμεση προσφυγή και κατάθεση σχετικών αγωγών, ενώπιον των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων, όλων ανεξαιρέτως των συνταξιούχων και των μισθωτών και σε όλες αδιακρίτως τις τάξεις του ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό την αποτελεσματικότερη και αμεσότερη δυνατή διεκδίκηση των περικοπών των εισοδημάτων τους, ένεκα της οριστικής απώλειας του επιδόματος αδείας και των Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, η οποία επιβλήθηκε οριζόντια στο πλαίσιο των παραπάνω εφαρμοστικών Νόμων του Μνημονίου ΙΙ.


ΕΝΤΥΠΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

πατήστε εδώ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου